διάκονος

Ο πρώτος και κατώτερος από τους τρεις βαθμούς της ιεροσύνης. Τον τίτλο αυτόν απένεμε η αρχαία Εκκλησία σε όλους εκείνους, αποστόλους και πιστούς, που βοηθούσαν στις πιο ταπεινές υπηρεσίες, όπως η καθαριότητα και η φροντίδα των ιερών σκευών, γιατί σύμφωνα με την αντίληψη της αρχαίας Εκκλησίας το υπηρετείν ήταν υποχρέωση και καθήκον κάθε πιστού. Μόνο προς το τέλος της εποχής της Καινής Διαθήκης ο όρος δ. έλαβε ειδική σημασία και χαρακτήριζε ένα ιδιαίτερο υπούργημα, οπότε ο δ. έγινε βοηθός του επισκόπου στην τέλεση της λατρείας και στη διοίκηση των εκκλησιαστικών πραγμάτων. Αργότερα η αρμοδιότητα των δ. επεκτάθηκε σε λειτουργικές υπηρεσίες: προσέφεραν τη Θεία Ευχαριστία, διάβαζαν τα ιερά αναγνώσματα, τελούσαν το θείο κήρυγμα και βοηθούσαν στην τέλεση του βαπτίσματος. Αργότερα όμως τα καθήκοντα του δ. περιορίστηκαν στη γνωστή σήμερα βοηθητική υπηρεσία κατά την τέλεση των ιερών ακολουθιών και των αγίων μυστηρίων. Στη Δύση ο βαθμός του δ. διατηρήθηκε μόνο ως απαραίτητη προβαθμίδα της ιεροσύνης, χωρίς καμία άλλη άσκηση καθηκόντων (στη ρωμαιοκαθολική θεία λειτουργία τα καθήκοντα του δ., όταν πρόκειται να δοθεί πανηγυρικός χαρακτήρας, εκτελεί ένας από τους πρεσβύτερους). Η Β’ Σύνοδος του Βατικανού επανέφερε τον θεσμό του δ. στην παλαιά του δικαιοδοσία, έτσι ώστε ο ρωμαιοκαθολικός δ. τελεί σήμερα ορισμένα ιερά μυστήρια και κηρύττει τον θείο λόγο, χωρίς να υποχρεώνεται σε αγαμία. διακόνισσα. Στην αρχαία εκκλησία υπήρχε παράλληλα και ο θεσμός των γυναικών δ., των διακονισσών. Αποστολή τους ήταν η άσκηση των έργων της αγάπης (επισκέπτριες αδελφές των ασθενών και φυλακισμένων χριστιανών), η ιεραποστολή, η κατήχηση και η διδαχή των γυναικών, η εκπαίδευση των ορφανών, ο σύνδεσμος μεταξύ των κληρικών και των χριστιανών γυναικών, η μεταφορά και η μετάδοση της θείας κοινωνίας σε ασθενείς γυναίκες, καθώς και πολλές άλλες υπηρεσίες στον ναό την ώρα της θείας λατρείας (διηύθυναν το υπόψαλμα των γυναικών, επέβλεπαν τα παιδιά, έδιναν πρώτες το φίλημα της ειρήνης, φρόντιζαν για την τάξη κλπ.). Ο θεσμός αυτός διέφερε από το αξίωμα του δ. ως βαθμός της ιεροσύνης, την οποία δεν κατείχαν οι διακόνισσες, γι’ αυτό και δεν συμμετείχαν, όπως εκείνοι, στις ιεροπραξίες, δεν κατείχαν δηλαδή το αξίωμα του ιερατεύειν. Ο θεσμός αυτός καταργήθηκε από το τέλος των βυζαντινών χρόνων (15ος αι.), χωρίς επίσημη εκκλησιαστική πράξη. Οι προτεσταντικές Εκκλησίες επανέφεραν τον 19ο αι. την τάξη των διακονισσών, η οποία όμως διαφέρει από αυτήν των αρχαίων. Στην Ελλάδα ο θεσμός αυτός επανεμφανίστηκε, με άλλη μορφή και άλλο περιεχόμενο, με την Ανωτέρα Σχολή Διακονισσών-Κοινωνικών Λειτουργών της Εκκλησίας της Ελλάδος (ιδρύθηκε το 1957). Σκοπός των διακονισσών αυτών ήταν να εργαστούν ως βοηθοί και όργανα των εφημερίων στην άσκηση του ποιμαντικού έργου στις ενορίες. Το 1963 μετονομάστηκε σε Σχολή Διακονισσών Κοινωνικής Προνοίας της Αποστολικής Διακονίας. Στο έργο της περιλαμβάνεται η παροχή κοινωνικών λειτουργών για το κοινωνικό και χριστιανικό έργο της εκκλησίας. διακονία. Διακονία ονομάζεται: α) το αξίωμα και το έργο του δ.· β) κάθε εκκλησιαστική υπηρεσία που αποβλέπει στην ωφέλεια των πιστών. Γνωστή είναι στην Ελλάδα η Αποστολική Διακονία, εκκλησιαστικός οργανισμός που μεριμνά για την ανάπτυξη και τη διάδοση του θείου κηρύγματος, της ιερής εξομολόγησης, των κατηχητικών σχολείων, του ορθόδοξου φρονήματος απέναντι στις ετεροδιδασκαλίες και στον προσηλυτισμό, της εξωτερικής ιεραποστολής και του χριστιανικού εντύπου· γ) η εργασία που αναθέτει ο ηγούμενος στους μοναχούς της μονής· δ) στην προτεσταντική Εκκλησία διακονία ονομάζεται το γραφείο στο οποίο διανέμονται οι ελεημοσύνες· ε) στη Δυτ. Καθολική Εκκλησία διακονία ονομάζεται το κτίριο εκείνο στο οποίο διανέμονται οι ελεημοσύνες με τη δικαιοδοσία του δ. Σήμερα στη Ρώμη υπάρχουν 16 διακονίες, οι οποίες διοικούνται από δ. που έχουν το αξίωμα του καρδινάλιου.
* * *
ο, (AM διάκονος και διάκων
Α και ιων. τ. διήκονος) (θηλ. διάκονος, η)
1. αυτός που διακονεί, ο υπηρέτης
2. ο πρώτος και κατώτερος βαθμός τής ιερωσύνης στη Χριστιανική Εκκλησία, ο διάκος
3. φρ. «πέντε τού διάκου και δέκα τού δεσπότη» — αυτός που επιζητεί την προστασία τού ισχυρού πρέπει να περιποιείται και τους υπηρέτες του
αρχ.
1. αγγελιαφόρος
2. η διάκονος
η διακόνισσα, η νεωκόρος
3. ως επίθ. εξυπηρετικός.
[ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Πιθ. προέρχεται από το ρήμα διακονέω που θα έπρεπε να είναι ένα θαμιστικό-επιτατικό μεταρρηματικό παράγωγο (πρβλ. εγκονέω), αναγόμενο, ίσως σε αρχικό ρηματικό θέμα *κρη-. Το προρρηματικό δια- εκφράζει τη σημασία «τελείως», ενώ η μακρότητα τού α τού προθήματος αποδόθηκε στη χρήση του ως α' συνθετικού σε σύνθετα (πρβλ. διηνεκής). Με τη σημασία τού διάκονος χρησιμοποιήθηκε και ο μεταγενέστερος αθέματος τ. διάκων].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • διάκονος — ο дьякон – первая степень священства. Дьякон может быть женатый и неженатый, однако брак должен быть заключен до его рукоположения. Дьякон принимает участие во всех службах, и его роль – прислуживать епископу или священнику. Он участвует в… …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • διάκονος — διά̱κονος , διάκονος servant masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διάκονος — ο ιερωμένος με τον κατώτερο εκκλησιαστικό βαθμό, ο διάκος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Диакон — (διάκονος служитель) так называются лица, проходящие церковное служение на первой, низшей степени священства. По происхождению своему это служение относится к временам апостольским и возникло в церкви иерусалимской по следующему поводу. Многие… …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона

  • διηκόνους — διάκονος servant masc acc pl (ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διηκόνων — διάκονος servant masc gen pl (ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διήκονε — διάκονος servant masc voc sg (ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διήκονον — διάκονος servant masc acc sg (ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διήκονος — διάκονος servant masc nom sg (ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ДИАКОН — [дьякон; греч. διάκονος], одна из 3 священных степеней христ. церковной иерархии, низшая по отношению к степеням епископа и пресвитера. Происхождение служения Д. Архидиак. Андрей Мазур совершает каждение во время патриаршегобогослужения в храме… …   Православная энциклопедия

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.